Τις τελευταίες μέρες όλοι παρακολουθούμε τα πεπραγμένα του ελληνικού ποδοσφαίρου, το τι γινόταν και το τι γίνεται στο βωμό του συμφέροντος, της κερδοσκοπίας και του στοιχήματος. Όλοι αναρωτιόμαστε αν...θα πρέπει κάποιος ν’ ασχοληθεί με το ασπρόμαυρο τόπι ή όχι. Δυστυχώς αυτή τη κατάσταση όλοι μας την γνωρίζαμε, τη συζητούσαμε στα καφενεία, αλλά κανένας μας δεν ήθελε να το παραδεχθεί. Πολύ περισσότερο δε, οι ίδιοι οι αρμόδιοι έκλειναν τα αυτιά τους στις διάφορες σειρήνες και κυλούσε ο χρόνος υπέρ των κερδοσκόπων και φυσικά εις βάρος μας. Εμείς αγανακτισμένοι και αηδιασμένοι από την σημερινή κατάσταση, αναπολήσαμε το παρελθόν, θυμηθήκαμε την μεγάλη ομάδα της Καστοριάς που μεσουρανούσε τη δεκαετία 70’-80’ και κάναμε μια πολύ ωραία συζήτηση με τον παλιό ποδοσφαιριστή της ομάδας μας κ. Γιάννη Τσαχουρίδη. Τον συναντήσαμε στο κατάστημά του που διατηρεί εδώ και 35 χρόνια(με έτοιμα ενδύματα και πλέον ψάρια) στην οδό Μητροπόλεως.
Ο ‘’Γιόχαν’’ που έγινε αγαπητός σ’ όλο τον κόσμο, μιας και ξεσήκωνε με τις ενέργειές του τους χιλιάδες φιλάθλους της Καστοριάς, γεννήθηκε το 1947 στην Οινόη. Η μοίρα του επεφύλασσε ένα άσχημο παιχνίδι, μιας και από πολύ μικρός μπήκε στα βάσανα. Ο πατέρας του σκοτώθηκε στον πόλεμο και τις περισσότερες ώρες τις περνούσε με την γιαγιά του. Από εκεί και πέρα μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο της Φλώρινας, στο οποίο γαλουχήθηκε και γνώρισε με κεφαλαία γράμματα τη λέξη ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ, την οποία εφαρμόζει πιστά μέχρι και σήμερα. Στην αρχή τον πείραζε που τον φώναζαν ορφανό, αλλά μεγαλώνοντας πείσμωσε και ήταν υπερήφανος που ο πατέρας του σκοτώθηκε για την πατρίδα. Είναι παντρεμένος με την Δέσποινα και έχει αποκτήσει δυο γιούς, τον Θόδωρο και τον Ηλία.
Το μικρόβιο του ποδοσφαίρου μπήκε από πολύ νωρίς στη ζωή του, μιας και στην Φλώρινα παρακολουθούσε τις τρείς ομάδες της Καστοριάς(Άρη-Ορεστιάδα-Ατρόμητο). Ο ίδιος διάλεξε να είναι φίλαθλος του Άρη(επειδή κέρδιζε τις περισσότερες φορές) και σιγά-σιγά τον μπήκε η ιδέα να γίνει ποδοσφαιριστής, άλλωστε ήταν μεγάλο ταλέντο. Αυτό απορρέει και από το γεγονός ότι ο Γιουγκοσλάβος προπονητής της Φλώρινας τον διάλεξε, ανάμεσα σε 50 παιδιά, να στελεχώσει μαζί με τον Κώστα Αιδινίου την ανδρική ομάδα. Ο ίδιος όμως ήθελε ν’ αγωνιστεί στον Άρη(60’-62’), κάτι το οποίο δεν έγινε μιας και ήταν πολύ αδύνατος. Παρόλο αυτά δεν το έβαλε κάτω και το 1963 το έσκασε από το ορφανοτροφείο και ήρθε στην Καστοριά. Εκεί γνωρίστηκε με τον παράγοντα Ξενοφών Καραταγλίδη(ο οποίος είχε προχωρήσει στη συγχώνευση των τριών ομάδων)και η τύχη του χαμογέλασε για πρώτη φορά. Αγωνίστηκε για δυο χρόνια στο φυτώριο της ομάδας, με την επωνυμία ‘’Κέλετρο’’ και μετά μεταπήδησε στην μεγάλη ομάδα.
Πετούσε στα σύννεφα ο 17χρονος Γιόχαν, μιας και πλέον ήταν συμπαίχτης με τα ινδάλματά του, τον Τάσο Νείρου, τον Ανέστη Σουμελίδη, τον Γάκη και τον Κόλλια. Στην Καστοριά αγωνίστηκε μέχρι το 1968. Εκείνη τη χρονιά αρκετοί συμπαίκτες του έφυγαν στην Αμερική, για ένα καλύτερο μέλλον και ον παρακίνησαν και τον ίδιο. Η ευκαιρία του δόθηκε όταν ο αείμνηστος Λάρι τον πληροφόρησε ότι ο Αλκέτας Παναγούλιας χρειάζεται ένα μπακ με τα δικά του στοιχεία στην μεγάλη ήπειρο. Παρά τις δυσκολίες η πράσινη κάρτα του βγήκε νωρίς και ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι. Στην διαδρομή όμως και συγκεκριμένα στην Φρανκφούρτη της Γερμανίας το μετάνιωσε και έμεινε εκεί παίζοντας μπάλα στους Κίκερς Όφενμπαχ, εξασκώντας παράλληλα το επάγγελμα της γούνας δίπλα σ’ άλλους Καστοριανούς.
Το 1971 ο Νέτσερ(παρατσούκλι του στην Γερμανία) δέχθηκε πιέσεις από τον Μπάμπη Σωτηριάδη(ξάδερφο του πρώην δημάρχου Μεσοποταμίας) να γυρίσει στην ερυθροκίτρινη ταξιαρχία, κάτι το οποίο πραγματοποίησε αφού πείστηκε και από τα λόγια του προέδρου Σωτήρη Σιάνου, με τον τελευταίο να τον εξασφαλίζει δουλειά και καλά χρήματα από τα πριμ. Αυτή την χρονιά ήταν που η Καστοριά σε παιχνίδι που διεξήχθη υπό το φως των προβολέων στο Καυτατζόγλειο στάδιο, κατέκτησε το κύπελλο ΟΠΑΠ, κερδίζοντας τον Ολυμπιακό Βόλου με 1-0. Ο Γιόχαν στα τελευταία λεπτά δεν μπορούσε να πάρει ανάσα και ήταν εμφανής η κούραση στο πρόσωπό του από την ελλιπής προετοιμασία. Την επόμενη χρονιά η ομάδα μας εκπλήσσει όλη την Ευρώπη κερδίζοντας την Άιντρανχτ Φρανκφούρτης με 4-2, σε διεθνή φιλικό και το 1973-1974 στέφθηκε πανηγυρικά πρωταθλήτρια Β’ Εθνικής και ανέρχεται στα μεγάλα σαλόνια με προπονητή τον κ. Καλογιάννη. Τότε ήταν που ο Γιάννης Τσαχουρίδης αναδείχθηκε ως ο καλύτερος πλάγιος αριστερός οπισθοφύλακας της κατηγορίας, μαζί με τον Σταύρο Διαμαντόπουλο του Πιερικού. Το 1978 μεταπήδησε στον Παναργειακό, όπου και έκλεισε την ποδοσφαιρική του καριέρα μετά από 4 χρόνια.
Αν θα θέλαμε να μιλήσουμε με αριθμούς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γιόχαν έπαιξε 11 χρόνια ποδόσφαιρο στην Καστοριά, 4 χρόνια στον Παναργειακό και 2 χρόνια στο Κέλετρο. Σημείωσε 50 γκολ στην καριέρα του σ’ όλες τις κατηγορίες που αγωνίστηκε, τα περισσότερα από τα οποία με το κεφάλι. Από τους αντιπάλους που τον δυσκόλευαν αρκετά ήταν ο Αχιλλέας Ασλανίδης του ΠΑΟΚ, ο Χάρης Γραμμός του ΠΑΟ και ο Χότζεμπαι της Άιντραχτ Φρανκφούρτης. Από το 1981 έως το 1983 δούλεψε ως προπονητής χωρίς πτυχίο, ενώ από το 1983 και έπειτα έχοντας ένα πολύ καλό πτυχίο στα χέρια του δούλεψε στις ομάδες Φλατσάτα Οινόης, Παναργειακό, Κορομηλιά, Προφήτη Ηλία, Χιλιόδενδρο, Ορεστιάς Ποριάς, Πεντάβρυσο, Γράμμο Μαυροχωρίου, Ηρακλή Πολυκάρπης, Ιεροπηγή, Σιάτιστα, Αστραπή Μεσοποταμίας, Πρέσπα. Μ’ αυτές τις ομάδες πανηγύρισε 6 τίτλους, τρία κύπελλα ήθους και ανέδειξε πολλά ποδοσφαιρικά ταλέντα. Άλλωστε υπήρξε και ο πρώτος προπονητής του Κούλη Καραταίδη. Παρόλο που είχε προτάσεις από μεγάλες ομάδες για ν’ αναλάβει την τεχνική ηγεσία τους, ο ίδιος προτίμησε να παραμείνει κοντά στην οικογένειά του και τους φίλους του.
Πριν από ενάμισι χρόνο είχε μια μεγάλη περιπέτεια με την υγεία του(αφαίρεση νεφρού), αλλά είχε δίπλα του τη θεία δύναμη, αλλά και τους πολύ καλούς του φίλους Μπάμπη Ηλιάδη, Παναγιώτη Σπυρόπουλο, Νίκο Γρηγοριάδη, οι οποίοι τον στάθηκαν και ψυχικά και υλικά. Αυτό το γεγονός στάθηκε πάλι η αφορμή να θυμηθεί τα δύσκολα χρόνια, όταν δεν είχε δίπλα του τον πατέρα και τη μητέρα του, ν’ ανταλλάξουν μια κουβέντα πίνοντας ένα φλιτζάνι καφέ. Άλλωστε ο ίδιος παραπονιέται ότι ενώ όλοι οι συμπαίκτες του στην Καστοριά, μετά από νικηφόρο αποτέλεσμα χανόταν στις αγκαλιές των γονιών τους, αυτός πήγαινε για 10 λεπτά στα στρατιωτικά νεκροταφεία, μονολογούσε, έκλαιγε και έφευγε. Και κάτι το οποίο τον δημιούργησε πρόβλημα, ήταν το γεγονός ότι όταν η ομάδα του κέρδιζε και έπαιζε από την μεριά της λίμνης, το βλέμμα του πήγαινε ασυναίσθητα στα στρατιωτικά νεκροταφεία και πάθαινε ένα μπλακ άουτ στα τελευταία λεπτά του αγώνα. Η κερκίδα φυσικά τον πείραζε, φωνάζοντας ν’ αλλάξει μεριά γιατί αποδίδει καλύτερα, χωρίς όμως να ξέρει τον πραγματικό λόγο.
Ο Γιάννης Τσαχουρίδης συγκινείται εύκολα και είναι ευαίσθητος, ιδίως με την μικρή ηλικία. Άλλωστε όπως λέει και το τραγούδι του Στράτου Διονυσίου ‘’ όσο δυνατός και αν είσαι όσο υποφέρεις και αν πονάς, άνθρωπος είσαι και λυγάς’’. Χαρακτηριστικά θυμάται ότι ανατρίχιασε όταν μπήκε στο γήπεδο της Κατερίνης και τον αποθέωσαν 5.000 Καστοριανοί που είχαν κατακλύσει την μια κερκίδα του γηπέδου. Ήταν από τις μαζικότερες εξόδους επαρχιακής πόλης εκείνη την εποχή. Επίσης δεν μπορεί να ξεχάσει ένα παιχνίδι εντός έδρας με το Αιγάλεω, όταν η ομάδα μας έχανε 1-0 και έκανε την ανατροπή με την είσοδό του ο Γιόχαν με δυο δικές του ασίστ. Φυσικά το παράπονό του είναι οι πολλοί τραυματισμοί που είχε προς το τέλος της καριέρας του, οι οποίοι δεν του επέτρεψαν να παίξει λίγο περισσότερο ποδόσφαιρο.
Σήμερα ο ίδιος δηλώνει απογοητευμένος με την κατάσταση του ελληνικού ποδοσφαίρου. Χαρακτηριστικά τονίζει ότι οι σοβαροί άνθρωποι δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο ή δεν τους αφήνουν ν’ ασχοληθούν. Κατά τον ίδιο πρέπει να δεν υπάρξει η τιμωρία και ιδίως για τις ομάδες του ΠΟΚ, η εξυγίανση του αθλήματος δεν θα έρθει ποτέ. Πρέπει άμεσα ν’ αφήσουν την ελληνική δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της και να εφαρμοστούν πιστά οι νόμοι.
Όσον αφορά τη μεγάλη του αγάπη την Καστοριά, όπου σταθεί και όπου βρεθεί υποστηρίζει πως η ερυθροκίτρινη ταξιαρχία σε όποια κατηγορία κι αν βρίσκεται πρέπει να πρωταγωνιστεί. Δυστυχώς όμως από τότε που έγινε επαγγελματικό το ποδόσφαιρο χρειάζονται λεφτά και λεφτά τώρα με την κρίση της γούνας δεν υπάρχουν. Δείχνει την συμπάθειά του στον Αχιλλέα Σταμούλη, αλλά δυστυχώς δεν πιστεύει ότι η διοίκησή του μπορεί να σηκώσει το βάρος της φανέλας της Καστοριάς. Και η φετινή χρονιά πιστεύει ότι θα είναι πιο δύσκολη από την περσινή. Νοσταλγεί την διοίκηση του κ. Παναγιώτη Σπυρόπουλου, η οποία είχε όραμα, είχε χρήμα και βλέψεις για την Α’ Εθνική, αλλά κατά τον ίδιο δέχτηκε αδίκως πολλές κακές κριτικές. Δυστυχώς όμως εδώ ισχύει το ρητό ότι οι μισοί Έλληνες μισούν τους άλλους μισούς.
Πηγή neaKastoria
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Υπενθυμίζουμε ότι δεν δημοσιεύουμε ακραία σχόλια υβριστικού ή προσβλητικού περιεχομένου. Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας να γράφουν τα σχόλια τους σε Ελληνικά και οχι σε greeklish.